«ΟΙ ΕΝ ΚΑΥΚΑΣΩ ΕΛΛΗΝΕΣ»



[Δημοσιεύθηκε σαν κύριο άρθρο στην εφημερίδα «Το Κράτος», Αθήνα 5 του Μάη 1911]

αναδημοσίευση από: http://santeos.blogspot.gr/2014/08/5-1911.html

 «ΟΙ ΕΝ ΚΑΥΚΑΣΩ ΕΛΛΗΝΕΣ»
Η εκπαίδευση των αγροτών Ελλήνων του Καυκάσου που γίνεται χωρίς σαφές σχέδιο και χωρίς ορισμένη κατεύθυνση πληγώνει την καρδιά κάθε Έλληνα που πονάει αληθινά την πατρίδα.
Η εκπαιδευτική κίνηση των Ελλήνων του Καυκάσου που βρίσκεται σ' οικτρό σημείο δυσφημίζει τ' όνομα του Ελληνικού έθνους που διακρινόταν πάντοτε για την φιλομουσία του και για την φιλοπατρία του. Αιτία του κακού αυτού δεν είναι η αδιαφορία των Ελλήνων του Καυκάσου, που όλοι σχεδόν είναι φιλοπάτριδες, μα αιτία είναι αυτό το περιβάλλον, αυτή η ξενική επιρροή. 
Είναι ντροπή στους  Έλληνες του εξωτερικού να μην υπενθυμίσουν στους Έλληνες του Καυκάσου τις συνέπειες της επιρροής αυτής και να μην ζητήσουν την θεραπεία του  κακού αυτού που φουσκώνει ολοένα. Είναι ντροπή ν’ αφήνουν τα πράγματα στην τύχη τους και να θέλουν να καταριούνται τον φιλορωσισμό των αδελφών μας του Καυκάσου.
 Οι Έλληνες του Καυκάσου δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, γιατί εκεί που είναι φιλόμουσοι δεν μπορούν να χορταίνουν την δίψα τους στα γράμματα με το να στείλουν τα παιδιά τους σε μονοτάξια δημοτικά σχολεία  και ζητούν ανώτερη εκπαίδευση που δίνεται στα ρωσικά σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης του Καυκάσου.
 Αν είναι δυνατόν να διαρκέσει για πάντα ο φλογερός πατριωτισμός των Ελλήνων του Καυκάσου, τότε δεν πρέπει να χύσουμε ούτε δράμι μελάνης για δαύτους, αποδεικνύεται όμως από την Ιστορία πως πολλοί λαοί της μειοψηφίας αφομοιώθηκαν από άλλους της πλειοψηφίας και γι' αυτό πρέπει να είναι πολύ επιφυλακτικοί οι ομογενείς του Καυκάσου.
Πολλές ρωσικές εφημερίδες του Καυκάσου που γράφουν για τους Έλληνας της Ρωσίας ονομάζουν αυτούς φιλόπονους γεωργούς, δραστήριους εμπόρους κλπ. βρίσκουν αυτούς όμως μόνον κατά 20% εγγράμματους και δεν ξέρουν ότι οι ελληνοπρεπώς μορφωμένοι με δυσκολία φθάνουν το 5%. 
Και πως είναι δυνατόν να γίνει διαφορετικά, αφού σε 200 Ελληνικά χωριά του Καυκάσου, όπου ζουν 150 χιλιάδες Έλληνες λειτουργούν μονάχα 10 έως 15 ελληνικά σχολεία; Μικρή εξαίρεση κάνουν τα γύρω του Βατούμ τέσσερα ελληνικά χωριά πού κατοικούνται από Σανταίους και λίγους Σουρμενίτες. Τα χωριά αυτά μ' όλη τη φτώχεια τους διατηρούν Έλληνες δασκάλους και τους πληρώνουν από το υστέρημά τους.
Ξέρομε και λίγα άλλα χωριά στα γύρω του Σοχούμ και Άττιλερ, στα άλλα χωριά ή δεν διδάσκεται η ελληνική γλώσσα (Τσάλκα), ή διδάσκεται από ρωσοδιδάσκαλο (Κάρς). Στο έργο του κ. Κάλφογλου διακρίνομε στατιστικές ελληνικών χωριών, που φαίνονται τα παρακάτω:
Χωρίον (δείνα) ρωσική εκκλησιαστική σχολή με δύο δασκάλους.
Χωρίον (δείνα) ρωσική κυβερνητική σχολή με 3 ή 4 δασκάλους.
Δύσκολα διακρίνει κανείς ανάμεσα σε 10 ή 20 χωριά ελληνικά σαν ακτίνα παρηγοριάς τα παρακάτω:
Χωρίον (δείνα) ρωσική εκκλησιαστική σχολή με 2 ή 3 δασκάλους, εξ ων ο εις δια τα ελληνικά.
Από όσα είπαμε συμπεραίνει κάνεις πόσο εξέπεσε στην συνείδηση των Ελλήνων του Καυκάσου η εθνική τους γλώσσα· αυτό μπορούμε να το αποδώσουμε στην αδιαφορία των κυβερνητών της Ελλάδος, οι οποίοι αν δεν αντιδράσουν στον γνωστό χείμαρρο θα θρηνήσουμε σε λίγο μεγάλες εθνικές καταστροφές.

Μα σα να μην έφταναν τα τόσα κακά, έρχεται με τη σειρά του και ο σοσιαλισμός, που σαν θεϊκή κατάρα άρπαξε πολλούς Έλληνες του Καύκασου, οι οποίοι σαν τον Χριστό (;) κηρύττουν φανερά Ισότητα ανάμεσα σε όλους τους λαούς της γης και καυχιόνται για την υψηλή ηθική του κηρύγματος τους. Δεν αντιλαμβάνονται αυτοί ότι οι ιδέες τους όσο κι' αν είναι ανθρωπιστικές αφαιρούν από τους Έλληνες κάθε πυρήνα πατριωτισμού και επέρχεται ο εκρωσισμός αμείλικτος. Το περίεργο είναι ότι οι ρωσομαθείς Έλληνες παραδέχονται τις ιδέες αυτές και με φανατισμό τις μεταδίδουν στους ομογενείς. Υπάρχει στον Καύκασο κανόνας με ελάχιστες εξαιρέσεις και αυτές είναι ότι ο Έλληνας που σπουδάζει σε ρωσικά σχολεία βγαίνει απ’ αυτά σοσιαλιστής, κοσμοπολίτης, υλιστής και ότι άλλο θέλετε.
Τι  να πει κανείς για τον ελληνικό κλήρο της Ρωσίας; Βέβαια δεν είναι λίγοι οι Έλληνες κληρικοί της Ρωσίας πού έχουν ελληνοπρεπή μόρφωση και που απέκτησαν την εθνική ευγνωμοσύνη, μα υπάρχουν και πολλοί που είναι ξένοι προς την ελληνική παιδεία και επομένως ανάξιοι να εκτελέσουν τον προορισμό τους. 
Ο ελληνικός κλήρος του εξωτερικού είναι προορισμένος να γίνει θεματοφύλακας του δυστυχισμένου έθνους μας. Είναι όμως πολύ λυπηρό να βλέπει κανείς μία μεγάλη μερίδα του ελληνικού κλήρου του εξωτερικού να παρασύρεται από ξενομανία, και να παρασύρει και το ποίμνιο. Το θέμα αυτό σαν μυστήριο πού είναι χρειάζεται πλατιά μελέτη και συζήτηση, και γι' αυτό αφήνομε την περαιτέρω έρευνα του στην κρίση των αρμοδίων. 
Ο ελληνισμός της Ρωσίας ας μάθει ότι οι Έλληνες της Ελλάδος και της Τουρκίας τίποτε δεν θέλουν απ’ αυτόν παρά το να διατηρήσει την γλώσσα του και κάποια μικρή αγάπη στην κοινή πατρίδα.
Δεν αρνούμαστε  ότι πολλοί Έλληνες χωρικοί του Καυκάσου έχουν ειλικρινή πατριωτικά αισθήματα. Γνωρίσαμε μάλιστα στα περίχωρα του Σοχούμ κάποιον Παναγιώτη ο οποίος και στην Ρωσίδα σύζυγό του και στα παιδιά του κατόρθωσε να μάθει την ελληνική, μα αυτό είναι εξαίρεση και όχι κανόνας. Ο Ελληνισμός του Καυκάσου για να σωθεί από τον εκρωσισμό και άλλα παρόμοια κακά, είναι ανάγκη να παραδεχθεί τα παρακάτω:
Ρώσος, Γεωργιανός (Γρουζϊνος) και Έλληνας, αν και είναι όλοι Χριστιανοί ορθόδοξοι, έχουν τις παρακάτω διαφορές: 0 Έλληνας στέκεται πάνω σε ψηλότερο επίπεδο, κάνει ανασκόπηση του δοξασμένου ιστορικού παρελθόντος του, έχει ευγενέστερα ιδανικά, θυσιάζεται για την ελευθερία, έχει αφάνταστη αγάπη στην γλυκιά του πατρίδα και γι' αυτό δεν πρέπει να τον συγκρίνουμε με τον Γρουζίνο, τον Ρώσο και τους άλλους λαούς της Ρωσίας.
Η κοινή θρησκεία Ρώσων, Γρουζίνων και Ελλήνων προξενεί πανωλεθρία στις κατώτερες τάξεις των Ελλήνων του Καυκάσου, γιατί σκοτίζει το μυαλό τους και δεν μπορούν να καταλάβουν πως άλλο έθνος και άλλο θρησκεία. Αυτό μπορούμε να το αποδώσουμε στην θρησκομανία των ομογενών αυτών, η οποία θρησκομανία ,τους αναγκάζει να τηρήσουν με ευλάβεια και με δέος τους εξωτερικούς τύπους της θρησκείας, αδιάφορο  αν δεν εκτελούν τα καθήκοντα του αληθινού χριστιανού. Σαν βλέπουν λοιπόν αυτοί οι δικοί μας και τους Γρουζίνους ή μάλλον τους Ρώσους να τηρούν με άκρα ευλάβεια τους εξωτερικούς τύπους, αποκαλούν αυτούς όχι πια αδελφούς αλλά Έλληνες (Ρωμιούς). Μα στην ιδέα αυτή έγκειται το μέγα κακό. Αν κάποτε ο εκφυλισμός απλώσει τις μαύρες φτερούγες του πάνω σ’ αυτά τ' αδέλφια μας, την μεγαλύτερη ευθύνη θα έχουν οι αρμόδιοι που μπορούν και όμως δεν θέλουν να καταπολεμήσουν την ολέθρια αυτή ιδέα.
Για να το καταλάβουμε καλύτερα , λέμε τα παρακάτω: Οι περισσότεροι Έλληνες του Καυκάσου έχουν την στραβή ιδέα Κάθε Χριστιανός ορθόδοξος είναι και Ρωμιός, και γι' αυτό θεωρούν ως Ρωμιούς τους Γεωργιανούς και Ρώσους. Έτσι αντί να συγχωνευτούν αυτοί με τους Ρώσους τους φαίνεται πως τους συγχωνεύουν αυτοί γιατί τους έκαμαν Ρωμιούς  και χαίρουν μάλιστα για το κατόρθωμά τους χωρίς να υποψιαστούν το αντίθετο. Πόσες φορές ακούσαμε από το στόμα πολλών ομογενών τα παρακάτω: Δόξα σοι ο Θεός! Γλυτώσαμε απ’ τα χέρια των Τούρκων και πέσαμε στην Ρωμανία (Ελλάδα). Όσες φορές θέλει κανείς να διαλύσει την πλάνη τους αυτή και δεν ονομάζει τους Ρώσους και Γρουζίνους Ρωμιούς, ακούει απ' αυτούς τα παρακάτω: Μήπως οι Γρουζίνοι και οι Ρώσοι δεν είναι Χριστιανοί; Απ’ αυτό φαίνεται πως όλα στον Καύκασο έγιναν φίρδην μίγδην, δηλ. Ρωσία θα πει Ελλάδα, Ρώσος, Έλληνας, Γρουζϊνος, Μιγγρέλος, ας πούμε και Αρμένιος, Βούλγαρος, Σέρβος, όλοι, όλοι Ρωμιοί, δηλ. μια ορεκτική, πολύ ορεκτική σαλάτα. Έτσι γίνεται φανερό το παρακάτω: Ο Έλληνας της Ρωσίας πρέπει να παραδεχτεί ότι ο Ρώσος Γρουζίνος, Αρμένιος και Έλληνας δεν είναι της ίδιας καταγωγής και του ίδιου φυράματος άνθρωποι, αλλά έχει ο καθένας ιδιαίτερο προορισμό.
Δεν δικαιούται να υποθέσει κανείς ότι αντιπαθούμε τη Ρωσία και αηδιάζομαι τη ρωσική γλώσσα, γιατί δεν υπάρχει λόγος. Η Ρωσία σε προηγούμενες εποχές υποστήριξε τα δίκαια του ελληνισμού, αν δε σήμερα έπαυσε να υποστηρίζει τον ελληνισμό αυτό αποδίδεται σε πολιτικούς λόγους, τους οποίους δεν είμαστε αρμόδιοι να αναπτύξουμε εδώ. 
Για τη ρωσική γλώσσα έχουμε να πούμε τα παρακάτω: Ο Έλληνας της Ρωσίας αφού μάθει καλά τη μητρική του γλώσσα θέλει να εμβαθύνει στη ρωσική γλώσσα για να ευδοκιμήσει στη ζωή του και να μη φανεί κατώτερος από τους Ρώσους και από τ' άλλα έθνη του Καυκάσου. Εμείς εδώ ενδιαφερόμαστε για τους μικρούς 'Ελληνες, τους οποίους είδαμε να μαθαίνουν τη ρωσική από ηλικίας 6 χρονών και για τους οποίους ρίχνουμε κραυγή απελπισίας.
ΜΙΛΤ. Κ. ΝΥΜΦΟΠΟΥΛΟΣ


BADEM CANDAN «[…]THE RUSSIAN ADMINISTRATION OF KARS ARDAHAN AND BATUM 1878–1918»



πλήρης τίτλος:

Candan Badem,  “Forty Years of Black Days”? The Russian Administration of Kars, Ardahan, and Batum, 1878–1918, στον τόμο: Russian-Ottoman Borderlands, The Eastern Question Reconsidered, edited by Lucien J. Frary and Mara Kozelsky, University of Wisconsin Press, Wisconsin 2014, p.p. 221-250
                                                                                                              
                                                                                                         Abstract:
 
This chapter examines the basic tenets of the Russian “Military-Customary Administration” (Voenno-narodnoe upravlenie) and the Russian resettlement (colonization) policy in Kars, Ardahan, and Batum from the Russian annexation in 1878 until the Treaty of Brest-Litovsk in 1918. 

MIRZOYAN SONYA- BADEM CANDAN «THE CONSTRUCTION OF THE TIFLIS-ALEKSANDROPOL-KARS RAILWAY (1895-1899)»



πλήρης τίτλος:

Sonya Mirzoyan and Candan Badem, The Construction of the Tiflis-Aleksandropol-Kars Railway (1895-1899), Institute for Historical Justice and Reconciliation (2013)

The Construction of the Tiflis-Aleksandropol-Kars Railway (1895-1899) is a narrative that seeks to create an understanding between the Armenia and Turkey communities. These communities have been heavily affected and divided by past conflicts. However these communities share commonalities such as culture, music and traditions which can be used as tools towards rebuilding a relationship. Thus, Professor Candan Badem and Dr. Sonya Mirzoyan focus on illustrating past cooperation and shared culture in order to reconcile the present tensions.
     “Our common goal has been to use historical narrative as a tool for overcoming the controversy surrounding our shared past. We believe that relations between Armenians and Turks in the Ottoman Empire involved not only conflict but also cooperation, good neighborliness and common life experiences. We also share the objectives of the IHJR; namely, to increase trust between Armenian and Turkish historians, cultural experts, civil society leaders and others interested in improving cultural ties and historical understanding, strengthening the Armenian-Turkish dialogue about culture and history and, thus, deconstructing some of the historical myths that continue to hinder reconciliation efforts between Armenians and Turks”
 This shared narrative retraces the history and socio-political dimensions of the construction of the Tiflis-Aleksandropol-Kars railway in 1895-1899; it aims to provide divided societies with a basis for dialogue on their shared heritage. Because the region was considered to be a crossroads of cultures at the time and experienced a high influx of migrants under the new Russian rule, the construction and exploitation of the railway serves as a focal point for exploring the previously peaceful coexistence and integration of multiple cultural identities.

To download the publication in Armenian, Turkish or English, please click here

«Πρόσφυγες στο Κιλκίς- Η περίπτωση του Μεταλλικού και οι δυσκολίες της αποκατάστασης»



της Βασιλικής Λάζου[1]

Η δεκάχρονη πολεμική περιπέτεια των ετών 1912-1922 και το άδοξο τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στην ελληνική κοινωνία, που τροφοδοτούσαν τη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων και τις κοινωνικές τους διεκδικήσεις.

Από την εφημερίδα «Μακεδονικά Νέα» της 24ης Μαΐου 1931, όπως παρατίθεται από τον Θ. Βαφειάδη

Με την ιστορική συγκυρία της άφιξης των προσφύγων η Ελλάδα ολοκλήρωσε μια ριζοσπαστική αγροτική μεταρρύθμιση. Χιλιάδες ιδιοκτησίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ανάγκης και δημόσιας ωφέλειας. Η γη τους διανεμήθηκε σε μικρούς αγροτικούς κλήρους αλλάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις και μετατρέποντας τους μέχρι τότε άκληρους γεωργούς σε μικροϊδιοκτήτες γης.
Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες απαλλοτριώσεις ιδιωτικών μέσων παραγωγής στην ιστορία της νεότερης Ευρώπης. Ουσιαστικά, συντελείται μια επανάσταση «από τα πάνω», με την οποία η κυρίαρχη αστική τάξη ικανοποιούσε το πάγιο αίτημα των αγροτών για διανομή των εθνικών γαιών και έδινε λύση στο προσφυγικό ζήτημα μέσω του αγροτικού εποικισμού.
Δύο στις τρεις γεωργικές προσφυγικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στις αραιοκατοικημένες και ερημωμένες πεδιάδες της Μακεδονίας και της Θράκης, σε δημόσιες και εκκλησιαστικές γαίες, και κυρίως στα εγκαταλελειμμένα κτήματα μουσουλμάνων και εξαρχικών σλαβόφωνων, που εκόντες άκοντες εγκατέλειψαν τη χώρα μεταξύ των ετών 1912-1924. Μέρος των άκληρων γεωργών αποκαταστάθηκε και σε απαλλοτριωθέντα ή επιταχθέντα ιδιωτικά τσιφλίκια. Ωστόσο, παρά τη συνεχή ριζοσπαστικοποίηση λόγω της οξυμμένης πίεσης που ασκούσαν οι πρόσφυγες, δεν ήταν σπάνιο φιλικά προσκείμενοι στην κυβέρνηση να διατηρούν σκανδαλωδώς μεγάλες γαιοκτησίες ή να επιτυγχάνουν επιλεκτικές ευνοϊκές ρυθμίσεις.

Το τσιφλίκι του Μεταλλικού

Το Κιλκίς ήταν ένας από τους κύριους τόπους για την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, οι οποίοι αποτελούσαν το 72% του πληθυσμού του. Τις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρχαν 35 μεγάλα τσιφλίκια στο Κιλκίς, ανάμεσά τους και το τσιφλίκι του Μεταλλικού (Γιάννες), το οποίο ανήκε στην οικογένεια Χατζηλαζάρου. Με ισχυρές διασυνδέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια, ο Κωνσταντίνος Χατζηλαζάρου είχε λάβει δικαίωμα χρήσης των εκτάσεων του τσιφλικιού από τις οθωμανικές αρχές. Από τα τέλη του 19ου αιώνα τη διαχείριση είχε αναλάβει ο γιος του, Χρήστος Χατζηλαζάρου, με τη Γερμανίδα γυναίκα του Εττη φον Στάιν (Θ. Βαφειάδης, «Κιλκίς 1914-1934. Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το Δημοτικό Αρχείο», Δήμος Κιλκίς 2000). Η έκταση δε της ιδιοκτησίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όταν οι ιδιοκτήτες ήθελαν να περιοδεύσουν στο κτήμα τους σήκωναν μια κόκκινη σημαία και επιβιβάζονταν στο τρένο που το διέτρεχε απ' άκρη σ' άκρη.
Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου μία βρετανική στρατιωτική δύναμη εγκαταστάθηκε για δύο χρόνια στο τσιφλίκι και ο φιλοβασιλικός Χατζηλαζάρου εγκατέλειψε το κτήμα το 1916 καταφεύγοντας στην Ιταλία. Με την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ελλάδα, το 1920, ο Χατζηλαζάρου επέστρεψε στην ιδιοκτησία του, η οποία συνέχισε να παραμένει υπό την κατοχή του παρά τα κυβερνητικά μέτρα για τις απαλλοτριώσεις γης.

Από τον Καύκασο στο Κιλκίς

Το 1923 έφτασαν στο Μεταλλικό πρόσφυγες από το Βεζίνκιοϊ του Καρς Καυκάσου ύστερα από μακρά και εξαντλητική πορεία. Επρόκειτο για ελληνικούς πληθυσμούς, που αφού είχαν ζήσει για αιώνες στον Πόντο μετοίκησαν στο Καρς ύστερα από την παραχώρησή του στη Ρωσία (1878). Αυτό και όρισαν ως πατρίδα τους, γιατί εκεί θα «βγουν πρώτη φορά από το ραβδί του Τούρκου» (Ανδρέας Αθανασιάδης και Χρήστος Μιχαηλίδης, «Γεννηθείς εις Καύκασον Ρωσίας», εκδ. Ινφογνώμων, 2010).

Αγώνας για ένα κομμάτι γης

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (1918), που ξαναέδινε την περιοχή στην Τουρκία, θα περιπλανηθούν στο εσωτερικό της Ρωσίας, ενώ μαίνονταν ο εμφύλιος, και έως ότου να αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση να τους περισυλλέξει και να τους μεταφέρει στην Ελλάδα. Κατά τη διετία 1919-1920 περί τα 50.000 άτομα μεταφέρθηκαν με τις φροντίδες ειδικής κυβερνητικής αποστολής (μέλος της οποίας ήταν και ο Νίκος Καζαντζάκης). Ανάμεσά τους ήταν και οι κάτοικοι του Βεζίνκιοϊ, οι οποίοι ύστερα από πολύμηνη καραντίνα και τραγικές συνθήκες διαβίωσης με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας προωθήθηκαν στα παραπήγματα της Χαλκίδας. Έπειτα από νέες περιπλανήσεις και θανατηφόρα επιδημία χολέρας, έφτασαν αποδεκατισμένοι στο Μεταλλικό Κιλκίς.
Κρατώντας στα χέρια τους την απόφαση απαλλοτρίωσης, προσπάθησαν να εγκατασταθούν στο τσιφλίκι Γιάννες, λίγο έξω από το Κιλκίς, σε τοποθεσία με υψώματα, άφθονο νερό και δέντρα για ξύλευση, που τους θύμιζε την πατρίδα. Συνάντησαν ωστόσο την αντίδραση του τσιφλικά Χατζηλαζάρου, ο οποίος επικουρούμενος από την τοπική Χωροφυλακή τους απομάκρυνε βίαια και τους εξανάγκασε να ξεχειμωνιάσουν σε αντίσκηνα και «σε τρύπες που έσκαβαν μόνοι τους στο χώμα». Οι όποιες προσπάθειές τους να καλλιεργήσουν τη γη έβρισκαν αντιμέτωπες τις δυνάμεις καταστολής που τους υποδείκνυαν για όργωμα μακρινές ή χέρσες εκτάσεις.
Η αντιπαράθεση επεκτάθηκε και στην τοποθεσία όπου θα χτιζόταν ο οικισμός. «Αν έκανες σπίτι και προλάβαινες να το σκεπάσεις, καλώς. Αλλιώς και τελειωμένο να το είχες σ' το 'ριχναν. Έτσι ζήσαμε 4-5 χρόνια», αφηγείται ο Θόδωρος Τσιλιγκαρίδης. Μικρό παιδί τότε θυμάται το φράξιμο του χωριού με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, το «μίσος με την αστυνομία», τους ξυλοδαρμούς και τις συλλήψεις. Το ξεχέρσωμα των εγκαταλελειμμένων εκτάσεων και η καλλιέργειά τους αντιμετωπίστηκε με αστυνομική βία και δικαστικές διώξεις. «Αυτό ήταν το ένα μέτωπο», λέει. «Να πάρουμε χωράφι. Πηγαίναμε νύχτα εμείς και σπέρναμε. Ερχόταν το πρωί η αστυνομία, ανακρίσεις και όποιον συλλαμβάνανε τον έστελναν φυλακή και εξορία».
Με πρόσχημα τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», το ανυπότακτο Μεταλλικό θα μπει στο στόχαστρο των δυνάμεων της τάξης, οι οποίες σε κάθε ευκαιρία θα καταστέλλουν τις κινητοποιήσεις των κατοίκων του. Ο μεγαλύτερος αδελφός της οικογένειας, Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης, «από τη Ρωσία φορτωμένος με κομμουνισμό», ήταν «πολύ επαναστάτης» και έμπαινε πάντα μπροστά στους αγώνες και τις διεκδικήσεις. Ως γραμματέας του ΚΚΕ Μεταλλικού και αντιπρόσωπος στο Γ' Συνέδριο του Κόμματος το 1927, «θα γυρίσει όλα τα νησιά πριν τον πόλεμο, με τελευταίο την Ανάφη» (συνέντευξη με τον Θ. Τσιλιγκαρίδη).
Με το νομικό οπλοστάσιο του «ιδιωνύμου» η βενιζελική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να εξουδετερώσει όλους όσοι θεωρούσε ότι αντιστέκονταν στην καθεστηκυία τάξη. Στο πιο «επικίνδυνο» από τα αριστερά χωριά εγκαταστάθηκε στρατιωτικό απόσπασμα με έναν αξιωματικό και 10 οπλίτες και με ένα χωροφύλακα που επιτηρούσε τους φαντάρους για να μη συνομιλούν με τους κατοίκους του χωριού και «μολυνθούν από το μικρόβιο του κομμουνισμού» .
Η σύζευξη των αγροτικών κινημάτων με τον κομμουνισμό θα μετατρέψει τις αγροτικές κινητοποιήσεις σε δυναμικές διεκδικήσεις και θα εντείνει την «κόντρα» με τις δυνάμεις καταστολής. Ο πρώτος κομμουνιστικός πυρήνας στο Μεταλλικό συγκροτήθηκε το 1926 και ήταν βασισμένος σε Έλληνες από τον Καύκασο.
Οργανωτής ήταν ο «κούτβης» και μέλος του Πολιτικού Γραφείου Κώστας Ηλιάδης (γνωστός ως Ευτυχίδης ή Ευτυχιάδης, ο οποίος ύστερα από περιπέτειες θα βρεθεί στην ΕΣΣΔ και θα χαθεί στις σταλινικές εκκαθαρίσεις). Έχοντας ζήσει για σαράντα χρόνια σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο διαχέονταν τα πλέον προοδευτικά ρεύματα της ρωσικής κοινωνίας, οι «γεννηθέντες στο Καρς» δεν δυσκολεύτηκαν να συμπορευτούν με την αριστερή πτέρυγα του Αγροτικού κινήματος και το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα και να γίνουν ιδρυτικά και ηγετικά στελέχη του (εκτός από το Ν. Κιλκίς, υπάρχουν «κόκκινα» καυκάσια χωριά στην Κοζάνη και τη Φλώρινα). Η ταξική εξάλλου διαφοροποίηση ανάμεσα στους άκληρους αγρότες και τον τσιφλικά Χατζηλαζάρου θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την πολιτική αυτή συστράτευσή τους.
Ο αγώνας για την ολοκλήρωση των απαλλοτριώσεων, τη διαγραφή των χρεών και την κατάργηση των φόρων θα κορυφωθεί με την κατάληψη ενός τμήματος του τσιφλικιού. Τον Απρίλιο 1931 το χωριό θα θρηνήσει τα πρώτα θύματα, τον Κώστα Σοφιανίδη και τον Αναστάσιο Χαραλαμπίδη. Το γεγονός πυροδότησε νέες συγκρούσεις, σε βαθμό μάλιστα που ο βενιζελικός υπουργός Πρόνοιας Λεωνίδας Ιασωνίδης, πρόσφυγας από τον Πόντο και ο ίδιος, πρότεινε στους Μεταλλικιώτες να τους κάνει τα έξοδα να επιστρέψουν στη Ρωσία, ώστε να σταματήσουν να «δυσφημούν» το Κιλκίς!

Η σύγκρουση

Έως το θάνατο του Χατζηλαζάρου το 1931, από τα 30.000 στρέμματα του κτήματος μόνο το 1/3 είχε απαλλοτριωθεί, ενώ η υπόλοιπη έκταση εξακολουθούσε να κατέχεται από τους κληρονόμους, οι οποίοι καλλιεργούσαν μόνο ένα τμήμα 100 ή 200 στρεμμάτων, ενοικιάζοντας το άλλο για βοσκή. Ο αγώνας των αγροτών θα στραφεί και εναντίον των νομάδων κτηνοτρόφων, με τους οποίους συναγωνίζονταν για τη χρήση των παραγωγικών πόρων. Επρόκειτο εξάλλου για κοινότητες με διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα, πολιτισμική παράδοση και πολιτική ένταξη, καθώς «οι Βλάχοι ήταν δεξιοί και με άκρες στην αστυνομία» (συνέντευξη με Θ. Τσιλιγκαρίδη). Η σύγκρουση θα οδηγήσει στη διάσπαση της αλληλεξάρτησης γεωργίας και κτηνοτροφίας και τη συρρίκνωση της νομαδικής κτηνοτροφίας.
Στην Κατοχή, στις εγκαταστάσεις του κτήματος λειτουργούσε συσσίτιο και σχολείο για τα παιδιά του χωριού, ενώ η τοπική οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης, με τη συναίνεση του επιστάτη, κατόρθωσε να εξασφαλίσει «από τις αποθήκες του κτήματος 3 τόνους κριθάρι και 5 σιτάρι για τον πεινασμένο λαό της Θεσσαλονίκης» (συνέντευξη Θ. Τσιλιγκαρίδη).
Το Μεταλλικό πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος με συνολικά 63 νεκρούς στην Κατοχή και στον Εμφύλιο και μεγάλο μέρος του πληθυσμού του στην υπερορία. Ο αγώνας των κατοίκων του για ένα δικό τους κομμάτι γης δικαιώθηκε δεκαετίες μετά την άφιξή τους στη νέα τους πατρίδα. Ο αγώνας για μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης ακόμα συνεχίζεται...


[1] Διδάκτωρ Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου