BADEM CANDAN «[…]THE RUSSIAN ADMINISTRATION OF KARS ARDAHAN AND BATUM 1878–1918»



πλήρης τίτλος:

Candan Badem,  “Forty Years of Black Days”? The Russian Administration of Kars, Ardahan, and Batum, 1878–1918, στον τόμο: Russian-Ottoman Borderlands, The Eastern Question Reconsidered, edited by Lucien J. Frary and Mara Kozelsky, University of Wisconsin Press, Wisconsin 2014, p.p. 221-250
                                                                                                              
                                                                                                         Abstract:
 
This chapter examines the basic tenets of the Russian “Military-Customary Administration” (Voenno-narodnoe upravlenie) and the Russian resettlement (colonization) policy in Kars, Ardahan, and Batum from the Russian annexation in 1878 until the Treaty of Brest-Litovsk in 1918. 

MIRZOYAN SONYA- BADEM CANDAN «THE CONSTRUCTION OF THE TIFLIS-ALEKSANDROPOL-KARS RAILWAY (1895-1899)»



πλήρης τίτλος:

Sonya Mirzoyan and Candan Badem, The Construction of the Tiflis-Aleksandropol-Kars Railway (1895-1899), Institute for Historical Justice and Reconciliation (2013)

The Construction of the Tiflis-Aleksandropol-Kars Railway (1895-1899) is a narrative that seeks to create an understanding between the Armenia and Turkey communities. These communities have been heavily affected and divided by past conflicts. However these communities share commonalities such as culture, music and traditions which can be used as tools towards rebuilding a relationship. Thus, Professor Candan Badem and Dr. Sonya Mirzoyan focus on illustrating past cooperation and shared culture in order to reconcile the present tensions.
     “Our common goal has been to use historical narrative as a tool for overcoming the controversy surrounding our shared past. We believe that relations between Armenians and Turks in the Ottoman Empire involved not only conflict but also cooperation, good neighborliness and common life experiences. We also share the objectives of the IHJR; namely, to increase trust between Armenian and Turkish historians, cultural experts, civil society leaders and others interested in improving cultural ties and historical understanding, strengthening the Armenian-Turkish dialogue about culture and history and, thus, deconstructing some of the historical myths that continue to hinder reconciliation efforts between Armenians and Turks”
 This shared narrative retraces the history and socio-political dimensions of the construction of the Tiflis-Aleksandropol-Kars railway in 1895-1899; it aims to provide divided societies with a basis for dialogue on their shared heritage. Because the region was considered to be a crossroads of cultures at the time and experienced a high influx of migrants under the new Russian rule, the construction and exploitation of the railway serves as a focal point for exploring the previously peaceful coexistence and integration of multiple cultural identities.

To download the publication in Armenian, Turkish or English, please click here

«Πρόσφυγες στο Κιλκίς- Η περίπτωση του Μεταλλικού και οι δυσκολίες της αποκατάστασης»



της Βασιλικής Λάζου[1]

Η δεκάχρονη πολεμική περιπέτεια των ετών 1912-1922 και το άδοξο τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στην ελληνική κοινωνία, που τροφοδοτούσαν τη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων και τις κοινωνικές τους διεκδικήσεις.

Από την εφημερίδα «Μακεδονικά Νέα» της 24ης Μαΐου 1931, όπως παρατίθεται από τον Θ. Βαφειάδη

Με την ιστορική συγκυρία της άφιξης των προσφύγων η Ελλάδα ολοκλήρωσε μια ριζοσπαστική αγροτική μεταρρύθμιση. Χιλιάδες ιδιοκτησίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ανάγκης και δημόσιας ωφέλειας. Η γη τους διανεμήθηκε σε μικρούς αγροτικούς κλήρους αλλάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις και μετατρέποντας τους μέχρι τότε άκληρους γεωργούς σε μικροϊδιοκτήτες γης.
Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες απαλλοτριώσεις ιδιωτικών μέσων παραγωγής στην ιστορία της νεότερης Ευρώπης. Ουσιαστικά, συντελείται μια επανάσταση «από τα πάνω», με την οποία η κυρίαρχη αστική τάξη ικανοποιούσε το πάγιο αίτημα των αγροτών για διανομή των εθνικών γαιών και έδινε λύση στο προσφυγικό ζήτημα μέσω του αγροτικού εποικισμού.
Δύο στις τρεις γεωργικές προσφυγικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στις αραιοκατοικημένες και ερημωμένες πεδιάδες της Μακεδονίας και της Θράκης, σε δημόσιες και εκκλησιαστικές γαίες, και κυρίως στα εγκαταλελειμμένα κτήματα μουσουλμάνων και εξαρχικών σλαβόφωνων, που εκόντες άκοντες εγκατέλειψαν τη χώρα μεταξύ των ετών 1912-1924. Μέρος των άκληρων γεωργών αποκαταστάθηκε και σε απαλλοτριωθέντα ή επιταχθέντα ιδιωτικά τσιφλίκια. Ωστόσο, παρά τη συνεχή ριζοσπαστικοποίηση λόγω της οξυμμένης πίεσης που ασκούσαν οι πρόσφυγες, δεν ήταν σπάνιο φιλικά προσκείμενοι στην κυβέρνηση να διατηρούν σκανδαλωδώς μεγάλες γαιοκτησίες ή να επιτυγχάνουν επιλεκτικές ευνοϊκές ρυθμίσεις.

Το τσιφλίκι του Μεταλλικού

Το Κιλκίς ήταν ένας από τους κύριους τόπους για την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, οι οποίοι αποτελούσαν το 72% του πληθυσμού του. Τις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρχαν 35 μεγάλα τσιφλίκια στο Κιλκίς, ανάμεσά τους και το τσιφλίκι του Μεταλλικού (Γιάννες), το οποίο ανήκε στην οικογένεια Χατζηλαζάρου. Με ισχυρές διασυνδέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια, ο Κωνσταντίνος Χατζηλαζάρου είχε λάβει δικαίωμα χρήσης των εκτάσεων του τσιφλικιού από τις οθωμανικές αρχές. Από τα τέλη του 19ου αιώνα τη διαχείριση είχε αναλάβει ο γιος του, Χρήστος Χατζηλαζάρου, με τη Γερμανίδα γυναίκα του Εττη φον Στάιν (Θ. Βαφειάδης, «Κιλκίς 1914-1934. Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το Δημοτικό Αρχείο», Δήμος Κιλκίς 2000). Η έκταση δε της ιδιοκτησίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όταν οι ιδιοκτήτες ήθελαν να περιοδεύσουν στο κτήμα τους σήκωναν μια κόκκινη σημαία και επιβιβάζονταν στο τρένο που το διέτρεχε απ' άκρη σ' άκρη.
Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου μία βρετανική στρατιωτική δύναμη εγκαταστάθηκε για δύο χρόνια στο τσιφλίκι και ο φιλοβασιλικός Χατζηλαζάρου εγκατέλειψε το κτήμα το 1916 καταφεύγοντας στην Ιταλία. Με την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ελλάδα, το 1920, ο Χατζηλαζάρου επέστρεψε στην ιδιοκτησία του, η οποία συνέχισε να παραμένει υπό την κατοχή του παρά τα κυβερνητικά μέτρα για τις απαλλοτριώσεις γης.

Από τον Καύκασο στο Κιλκίς

Το 1923 έφτασαν στο Μεταλλικό πρόσφυγες από το Βεζίνκιοϊ του Καρς Καυκάσου ύστερα από μακρά και εξαντλητική πορεία. Επρόκειτο για ελληνικούς πληθυσμούς, που αφού είχαν ζήσει για αιώνες στον Πόντο μετοίκησαν στο Καρς ύστερα από την παραχώρησή του στη Ρωσία (1878). Αυτό και όρισαν ως πατρίδα τους, γιατί εκεί θα «βγουν πρώτη φορά από το ραβδί του Τούρκου» (Ανδρέας Αθανασιάδης και Χρήστος Μιχαηλίδης, «Γεννηθείς εις Καύκασον Ρωσίας», εκδ. Ινφογνώμων, 2010).

Αγώνας για ένα κομμάτι γης

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (1918), που ξαναέδινε την περιοχή στην Τουρκία, θα περιπλανηθούν στο εσωτερικό της Ρωσίας, ενώ μαίνονταν ο εμφύλιος, και έως ότου να αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση να τους περισυλλέξει και να τους μεταφέρει στην Ελλάδα. Κατά τη διετία 1919-1920 περί τα 50.000 άτομα μεταφέρθηκαν με τις φροντίδες ειδικής κυβερνητικής αποστολής (μέλος της οποίας ήταν και ο Νίκος Καζαντζάκης). Ανάμεσά τους ήταν και οι κάτοικοι του Βεζίνκιοϊ, οι οποίοι ύστερα από πολύμηνη καραντίνα και τραγικές συνθήκες διαβίωσης με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας προωθήθηκαν στα παραπήγματα της Χαλκίδας. Έπειτα από νέες περιπλανήσεις και θανατηφόρα επιδημία χολέρας, έφτασαν αποδεκατισμένοι στο Μεταλλικό Κιλκίς.
Κρατώντας στα χέρια τους την απόφαση απαλλοτρίωσης, προσπάθησαν να εγκατασταθούν στο τσιφλίκι Γιάννες, λίγο έξω από το Κιλκίς, σε τοποθεσία με υψώματα, άφθονο νερό και δέντρα για ξύλευση, που τους θύμιζε την πατρίδα. Συνάντησαν ωστόσο την αντίδραση του τσιφλικά Χατζηλαζάρου, ο οποίος επικουρούμενος από την τοπική Χωροφυλακή τους απομάκρυνε βίαια και τους εξανάγκασε να ξεχειμωνιάσουν σε αντίσκηνα και «σε τρύπες που έσκαβαν μόνοι τους στο χώμα». Οι όποιες προσπάθειές τους να καλλιεργήσουν τη γη έβρισκαν αντιμέτωπες τις δυνάμεις καταστολής που τους υποδείκνυαν για όργωμα μακρινές ή χέρσες εκτάσεις.
Η αντιπαράθεση επεκτάθηκε και στην τοποθεσία όπου θα χτιζόταν ο οικισμός. «Αν έκανες σπίτι και προλάβαινες να το σκεπάσεις, καλώς. Αλλιώς και τελειωμένο να το είχες σ' το 'ριχναν. Έτσι ζήσαμε 4-5 χρόνια», αφηγείται ο Θόδωρος Τσιλιγκαρίδης. Μικρό παιδί τότε θυμάται το φράξιμο του χωριού με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, το «μίσος με την αστυνομία», τους ξυλοδαρμούς και τις συλλήψεις. Το ξεχέρσωμα των εγκαταλελειμμένων εκτάσεων και η καλλιέργειά τους αντιμετωπίστηκε με αστυνομική βία και δικαστικές διώξεις. «Αυτό ήταν το ένα μέτωπο», λέει. «Να πάρουμε χωράφι. Πηγαίναμε νύχτα εμείς και σπέρναμε. Ερχόταν το πρωί η αστυνομία, ανακρίσεις και όποιον συλλαμβάνανε τον έστελναν φυλακή και εξορία».
Με πρόσχημα τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», το ανυπότακτο Μεταλλικό θα μπει στο στόχαστρο των δυνάμεων της τάξης, οι οποίες σε κάθε ευκαιρία θα καταστέλλουν τις κινητοποιήσεις των κατοίκων του. Ο μεγαλύτερος αδελφός της οικογένειας, Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης, «από τη Ρωσία φορτωμένος με κομμουνισμό», ήταν «πολύ επαναστάτης» και έμπαινε πάντα μπροστά στους αγώνες και τις διεκδικήσεις. Ως γραμματέας του ΚΚΕ Μεταλλικού και αντιπρόσωπος στο Γ' Συνέδριο του Κόμματος το 1927, «θα γυρίσει όλα τα νησιά πριν τον πόλεμο, με τελευταίο την Ανάφη» (συνέντευξη με τον Θ. Τσιλιγκαρίδη).
Με το νομικό οπλοστάσιο του «ιδιωνύμου» η βενιζελική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να εξουδετερώσει όλους όσοι θεωρούσε ότι αντιστέκονταν στην καθεστηκυία τάξη. Στο πιο «επικίνδυνο» από τα αριστερά χωριά εγκαταστάθηκε στρατιωτικό απόσπασμα με έναν αξιωματικό και 10 οπλίτες και με ένα χωροφύλακα που επιτηρούσε τους φαντάρους για να μη συνομιλούν με τους κατοίκους του χωριού και «μολυνθούν από το μικρόβιο του κομμουνισμού» .
Η σύζευξη των αγροτικών κινημάτων με τον κομμουνισμό θα μετατρέψει τις αγροτικές κινητοποιήσεις σε δυναμικές διεκδικήσεις και θα εντείνει την «κόντρα» με τις δυνάμεις καταστολής. Ο πρώτος κομμουνιστικός πυρήνας στο Μεταλλικό συγκροτήθηκε το 1926 και ήταν βασισμένος σε Έλληνες από τον Καύκασο.
Οργανωτής ήταν ο «κούτβης» και μέλος του Πολιτικού Γραφείου Κώστας Ηλιάδης (γνωστός ως Ευτυχίδης ή Ευτυχιάδης, ο οποίος ύστερα από περιπέτειες θα βρεθεί στην ΕΣΣΔ και θα χαθεί στις σταλινικές εκκαθαρίσεις). Έχοντας ζήσει για σαράντα χρόνια σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο διαχέονταν τα πλέον προοδευτικά ρεύματα της ρωσικής κοινωνίας, οι «γεννηθέντες στο Καρς» δεν δυσκολεύτηκαν να συμπορευτούν με την αριστερή πτέρυγα του Αγροτικού κινήματος και το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα και να γίνουν ιδρυτικά και ηγετικά στελέχη του (εκτός από το Ν. Κιλκίς, υπάρχουν «κόκκινα» καυκάσια χωριά στην Κοζάνη και τη Φλώρινα). Η ταξική εξάλλου διαφοροποίηση ανάμεσα στους άκληρους αγρότες και τον τσιφλικά Χατζηλαζάρου θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την πολιτική αυτή συστράτευσή τους.
Ο αγώνας για την ολοκλήρωση των απαλλοτριώσεων, τη διαγραφή των χρεών και την κατάργηση των φόρων θα κορυφωθεί με την κατάληψη ενός τμήματος του τσιφλικιού. Τον Απρίλιο 1931 το χωριό θα θρηνήσει τα πρώτα θύματα, τον Κώστα Σοφιανίδη και τον Αναστάσιο Χαραλαμπίδη. Το γεγονός πυροδότησε νέες συγκρούσεις, σε βαθμό μάλιστα που ο βενιζελικός υπουργός Πρόνοιας Λεωνίδας Ιασωνίδης, πρόσφυγας από τον Πόντο και ο ίδιος, πρότεινε στους Μεταλλικιώτες να τους κάνει τα έξοδα να επιστρέψουν στη Ρωσία, ώστε να σταματήσουν να «δυσφημούν» το Κιλκίς!

Η σύγκρουση

Έως το θάνατο του Χατζηλαζάρου το 1931, από τα 30.000 στρέμματα του κτήματος μόνο το 1/3 είχε απαλλοτριωθεί, ενώ η υπόλοιπη έκταση εξακολουθούσε να κατέχεται από τους κληρονόμους, οι οποίοι καλλιεργούσαν μόνο ένα τμήμα 100 ή 200 στρεμμάτων, ενοικιάζοντας το άλλο για βοσκή. Ο αγώνας των αγροτών θα στραφεί και εναντίον των νομάδων κτηνοτρόφων, με τους οποίους συναγωνίζονταν για τη χρήση των παραγωγικών πόρων. Επρόκειτο εξάλλου για κοινότητες με διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα, πολιτισμική παράδοση και πολιτική ένταξη, καθώς «οι Βλάχοι ήταν δεξιοί και με άκρες στην αστυνομία» (συνέντευξη με Θ. Τσιλιγκαρίδη). Η σύγκρουση θα οδηγήσει στη διάσπαση της αλληλεξάρτησης γεωργίας και κτηνοτροφίας και τη συρρίκνωση της νομαδικής κτηνοτροφίας.
Στην Κατοχή, στις εγκαταστάσεις του κτήματος λειτουργούσε συσσίτιο και σχολείο για τα παιδιά του χωριού, ενώ η τοπική οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης, με τη συναίνεση του επιστάτη, κατόρθωσε να εξασφαλίσει «από τις αποθήκες του κτήματος 3 τόνους κριθάρι και 5 σιτάρι για τον πεινασμένο λαό της Θεσσαλονίκης» (συνέντευξη Θ. Τσιλιγκαρίδη).
Το Μεταλλικό πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος με συνολικά 63 νεκρούς στην Κατοχή και στον Εμφύλιο και μεγάλο μέρος του πληθυσμού του στην υπερορία. Ο αγώνας των κατοίκων του για ένα δικό τους κομμάτι γης δικαιώθηκε δεκαετίες μετά την άφιξή τους στη νέα τους πατρίδα. Ο αγώνας για μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης ακόμα συνεχίζεται...


[1] Διδάκτωρ Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου


«Οι τσιφλικάδες στην Ελλάδα του Μεσοπόλεμου, η Κομιντέρν και οι προσφυγές του '22»







του Βλάση Αγτζίδη[1]


Ειδικά στις περιοχές όπου οι γαιοκτήμονες είχαν υιοθετήσει εξ αρχής πολιτική βίαιης αντιμετώπισης, η ριζοσπαστικοποίηση των προσφύγων θα λάβει τη μορφή ενός μαχητικού κομμουνιστικού κινήματος
Το μνημείο που στήθηκε στον τόπο της θυσίας των δύο αγροτών που δολοφονήθηκαν από τους χωροφύλακες στις 20 Απριλίου του 1931 

 Ενα από τα πλέον άγνωστα ζητήματα που χαρακτήρισαν τον ελληνικό Μεσοπόλεμο ήταν το προσφυγικό ζήτημα, οι προεκτάσεις που έλαβε και οι κοινωνικές συγκρούσεις που επέφερε. Η ένταση του ζητήματος αυτού και η ιδεολογική αντίθεση των προσφυγικών πληθυσμών προς τα κυρίαρχα πολιτικά και οικονομικά μοντέλα, που επικρατούσαν έως τότε στην Ελλάδα, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις νέες ισορροπίες που θα διαμορφωθούν κατά τη δεκαετία του '40.
Η προαστική δομή της ελληνικής κοινωνίας, η ύπαρξη μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων, η αντιπαλότητα των κυρίαρχων ελλαδικών ελίτ προς τους πρόσφυγες θα επιταχύνουν τις διαδικασίες ριζοσπαστικοποίησης των απόκληρων πληθυσμών. Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ηγετικής τάξης των μοναρχικών αποτελεί η παρακάτω τοποθέτηση του Γεωργίου Βλάχου, εκδότη της τότε φιλομοναρχικής «Καθημερινής»: «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα» (30.7.1928).
Η άσχημη κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι πρόσφυγες περιγράφεται από τον αγροτιστή Κώστα Γαβριηλίδη: «Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε... Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκαλο...».

Συναντήσεις και συγκρούσεις

Ειδικά στις περιοχές όπου υπήρχαν τσιφλίκια και οι γαιοκτήμονες είχαν υιοθετήσει εξ αρχής πολιτική βίαιης αντιμετώπισης, η ριζοσπαστικοποίηση των προσφύγων θα λάβει τη μορφή ενός μαχητικού κομμουνιστικού κινήματος. Και αυτό πρωτίστως θα συμβεί εκεί όπου συναντήθηκαν οι τσιφλικάδες με τους Πόντιους πρόσφυγες από τις περιοχές του ρωσικού Καυκάσου. Οι διανοούμενοι της ομάδας είχαν έρθει από νωρίς σε επαφή με τα ρωσικά επαναστατικά κινήματα.
Οι σοσιαλεπαναστάτες (εσέροι), οι μπολσεβίκοι, οι μενσεβίκοι δεν θα αποτελούν άγνωστο τόπο για τους δικούς μας Καυκάσιους. Αντίθετα, αρκετοί από τους πρόσφυγες είχαν ενταχθεί στα ρεύματα αυτά. Οι εμπειρίες που είχαν μεταφέρει από τη Ρωσία θα οδηγήσουν στη συγκρότηση του ισχυρού συνεταιριστικού κινήματος, στο οποίο θα πρωτοστατήσει ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής.
Η πολιτική τους ωριμότητα περιγράφεται εξαιρετικά σε μια ανταπόκριση του 1923 από Συνέδριο στο Κιλκίς, του ανταποκριτή του αθηναϊκού περιοδικού «Κοινότης» των Κ. Καραβίδα και Ντ. Μαλούχου: «Οι ρήτορες ήσαν κυρίως δημοδιδάσκαλοι με μόρφωσιν απολύτως πλατύτερη των ιδικών μας και ήσαν θαυμαστοί που, όλοι με μπαλώματα στα παλαιά παντελόνια τους και σγουρά γένια, εσηκώνοντο και ωμιλούσαν με διαυγή τετραγωνικά επιχειρήματα για ζητήματα της πρακτικής πολιτικής και της οργανώσεως του κράτους. Κυρίως όλοι έχουν υποστεί εξελιγμένους και χρησίμους πρακτικάς ρωσικάς επιρροάς. Και είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω ότι το Συνέδριον αυτό του Κιλκίς, μου εφάνη ως κολοσιαίος λίθος κατατιθέμενος επί της Μακεδονικής γης».
Με την άφιξή τους στην Ελλάδα βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια καθυστερημένη οικονομική και πολιτική δομή. Στους παράγοντες που θα επηρεάσουν τη μορφή της ριζοσπαστικοποίησης πρέπει να προσμετρηθούν οι νέοι ιδεολογικοί μεσσιανικοί ορίζοντες που άνοιξε η επανάσταση των μπολσεβίκων και επαγγέλλονταν επί της ουσίας τη χειραφέτηση των κοινωνικά αδύναμων πληθυσμών. Την τάση αυτή θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο η στρατηγική της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που με την αποστολή εκπαιδευμένων στελεχών επιχειρούσε να ελέγξει την αναπόφευκτη ριζοσπαστικοποίηση των προσφύγων.



[1] Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, http://kars1918.wordpress.com